Αεριόνια- Η πτώση της Σκοτεινής Αυτοκρατορίας.

Δείτε το wiki για πληροφορίες γύρω από την ιστορία

Κεφάλαιο 1- Η Συνάντηση

Στην Αεριόνια όλα κυλούσαν ειρηνικά, τα πούλια τραγουδούσαν στα μεγάλα και πυκνά δάση της. Αυτή την απέραντη ευτυχία ήρθαν να ταράξουν τα σχέδια της Σκοτεινής Αυτοκρατορίας και οι σκοτεινοί της μάγοι, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν στον Πύργο των Καταραμένων για να βρουν τρόπους να καταστρέψουν την Αεριόνια. Την ίδια στιγμή στο Λαγκάδι του Γερακιού (Πρωτεύουσα του Δάσος των Ξεχασμένων Ψυχών) η νύχτα περνούσε ήσυχα και ήρεμα. Μέσα σε ένα δωμάτιο του παλατιού κοιμόταν ένας σκληραγωγημένος Γκουάρε , ο οποίος ήταν γνωστός ως Ανγκαράτο Σούριον στους στενούς του φίλους όμως σε άλλους ήταν γνωστός με διάφορα ονόματα, όπως ο Ασημένιος Φύλακας.

Το δωμάτιο ήταν αρκετό ευρύχωρο με μεγάλα παράθυρα τα οποία έμοιαζαν με μεγάλα φύλα λεμονιάς. Το φως του φεγγαριού ταξίδευε μέσα από τα παράθυρα και σχημάτιζε το σχήμα των μαζεμένων κουρτινών στο ξύλινο πάτωμα του δωματίου.
Αριστερά της πόρτας ,η οποία ήταν περίτεχνα σκαλισμένη και με το ίδιο σχήμα με τα παράθυρα , βρίσκονταν μια συρτάρια φτιαγμένη από ξύλο βελανιδιάς, η οποία είχε ύψος περίπου όσο ένας άνθρωπος και το διπλάσιο πλάτος , λίγο πιο πέρα υπήρχε ένα άνετο κρεβάτι φτιαγμένο από ξύλο βελανιδιάς με διάφορες παραστάσεις δένδρων και ζωών πάνω του.
Δεξιά της συρταριέρας υπήρχε ένα πέτρινο τζάκι με διάφορες σκηνές από ζώα και φυτά του δάσους σκαλισμένες πάνω του, οι οποίες δέχονταν ένα κιτρινωπό φως εκείνη την στιγμή από τις δυο λυχνίες μιθρίλ που φεγγοβολούσαν
Οι λυχνίες είχαν σχήμα τριαντάφυλλου και ανοιχτό γαλάζιο χρώμα. Απέναντι από την συρταριέρα βρισκόταν τοποθετημένο ακριβώς στην μέση του δωματίου ένα μικρό τραπέζι με ένα βάζο με γαλάζια τριαντάφυλλα, τα οποία μάγευαν τους πάντες με το άρωμα τους.

Το πρόσωπο της σκληραγωγημένης φιγούρας ήταν ανήσυχο ενώ φωτιζόταν από τις λυχνίες. Τα μάτια του τρέμανε λόγω του ονείρου που έβλεπε.
«Ήταν σκοτάδι, η πεδιάδα τριγύρω ξεχώριζε με δυσκολία από τα γύρο σκοτεινά δάση. Μια ορδή από orcs και Τελώνια την διέσχιζαν. ο ήχος από το βάδισμα τους ήταν εκκωφαντικός καθώς οι σκιές ήταν τρομακτικά μεγάλες.

Σε λίγα λεπτά η ορδή θα έφτανε στον προορισμό της, ένα κοντινό χωρίο ανθρώπων.

Οι σκιές των Τελωνίων σκέπασαν την τριγύρω περιοχή του χωρίου, η ορδή από Τελώνια και orcs εισβάλουν γρήγορα σε ομάδες από τους γύρο λόφους.

Κραυγές ηχούν στον αέρα καθώς τα Τελώνια σφάζουν γυναικόπαιδα και πολεμιστές που μάταια προσπαθούν να προστατέψουν το χωριό πολεμώντας για ώρες.

Η μάχη τελείωσε με άσχημες συνέπειες για τους ανθρώπους ,μερικοί από αυτούς πουλήθηκαν για σκλάβοι άλλοι δολοφονήθηκαν»

Ο Ανγκαράτο Σούριον ξύπνησε απότομα λουσμένος στον ιδρώτα. Στο πρόσωπο του είχε ζωγραφισμένη την αγωνία. Σηκώνεται, έξω είναι νύχτα ,τα πάντα στην πόλη καλύπτονταν με ένα απαλό γαλάζιο χρώμα να χαϊδεύει τα πάντα τριγύρω. Το φύλλωμα των τριγύρω πεύκων χόρευε καθώς οι πεσμένες πευκοβελόνες ταξίδευαν στον δυνατό αέρα.
Ο Ανγκαράτο κοιτούσε σκεπτικός έξω από το παράθυρο καθώς εισήλθε στο δωμάτιο μια πανέμορφή θηλύκια Γκουάρε γνωστό ως Ελυανε Νιριοθελ. Τα μαύρα της μαλλιά στόλιζαν το όμορφο λευκό της πρόσωπο ενώ τα καστανά της μάτια είχαν μια απαλή ασημένια λάμψη. Το γαλάζιο φόρεμα της έδενε ωραία με το πανέμορφο λευκό της δέρμα.
Η Ελυανε πηγαίνει κοντά του, τον κοιτάει στα μάτια και των φιλάει με πάθος. Υστέρα ο Ανγκαράτο την χαϊδεύει στο πρόσωπο, πιάνει το χέρι της και το φυλά υστέρα πάνε και κάθονται σε έναν τριπλό καναπέ. Ο καναπές ήταν φτιαγμένος από ξύλο βελανιδιάς και καλυμμένους από δέρμα, είχε μαύρο χρώμα και ορθογώνιο σχήμα με χερούλια σαν φύλο λεμονιάς. Ο Ανγκαράτο κάθισε στην δεξιά μεριά του καναπέ με την πλάτη του να είναι γερμένη στο δεξιό χερούλι του καναπέ, τα πόδια του ήταν ανοιχτά αρκετά για να ξαπλώσει άνετα η Ελυανε. Η Ελυανε ήταν ξαπλωμένη αναπαυτικά στην αγκαλιά του και χαμογελούσε από την χαρά της.
Ο Ανγκαράτο έσκυψε και την φίλησε στο στόμα με πάθος, η Ελυανε σήκωσε το χέρι της και τον χάιδεψε στο πρόσωπο.

«Τι έχεις αγάπη μου και είσαι ξύπνιος τέτοια ώρα, είδα το φως στο δωματίου σου αναμμένο και ανησύχησα » ρώτησε η Ελυανε με ανήσυχο βλέμμα στον αγαπημένο της.

«Τίποτα καρδιά μου απλώς είδα έναν εφιάλτη και ξύπνησα. Μην ανησυχείς αγαπούλα μου»
απάντησε ο Ανγκαράτο προσπαθώντας να την καθησυχάσει.
«Καλά αγαπούλα μου , μου λες τουλάχιστον τι όνειρο είδες αγάπη μου» αποκρίθηκε η Ελυανε με το βλέμμα της καρφωμένο στον Ανγκαράτο. Κι ο Ανγκαράτο άρχισε να διηγείται το όνειρο του.
«Αγάπη μου μην ανησυχείς ένα όνειρο είναι μονό. Γύρε στην αγκαλιά μου θέλω φιλί» είπε η
Ελυανε με μια φωνή γεμάτη τρυφερότητα στην χροιά της.

Ο Ανγκαράτο την φίλησε και ύστερα της χάιδεψε τα μαλλιά της, ύστερα σηκώθηκε καθώς το πρώτο φως της ημέρας μπήκε από το ανατολικό παράθυρο. Ένα χτύπημα ακούγεται στην πόρτα, ο Ανγκαράτο την ανοίγει. Μέσα στην ξύλινη κορνίζα που σχηματιζόταν μια όμορφη Γκουάρε. Τα μαύρα της μαλλιά πέφτανε ελεύθερα στους ωμούς της, τα μάτια της στο χρώμα των αστερίων. Το σώμα της λεπτό και λευκό καλυμμένο από ένα άσπρο φόρεμα , ήταν 200 χρονών (συνομήλικη του Ανγκαράτο και της Ελυανε ), που λάμπει σαν διαμάντι, το όνομά της ήταν Σίλβα. Η Σίλβα η πρώτη ξαδέλφη του Ανγκαράτο και η καλύτερη φίλη της Ελυανε .

«Τι κάνεις ξαδερφούλα μου;» ρώτησε ο Ανγκαράτο καθώς κοίταξε την Σίλβα με ένα χαμόγελο, και με μια λάμψη στα μάτια του.

«Καλά εσύ , τίποτα άκουσα κάτι για την αναμενόμενη συνάντηση των αντιπροσώπων της Λευκής Δύναμης και ήρθα να δω τι συμβαίνει μιας που θα αντιπροσωπεύω τα Υψηλά Ξωτικά του Ομιχλιασμένου Ουρανού» απάντησε η Σίλβα και ανταπέδωσε το βλέμμα και το χαμόγελο στον Ανγκαράτο.

«Εγώ μια χαρά και ευτυχής που σε ξανά βλέπω. Τελικά σου έκαναν την τιμή να γίνεις ο αντιπρόσωπος τους. Ελπίζω να έχουμε και κανένα καλό νέο από εσάς γιατί εγώ μονό άσχημα νέα μπορώ να τους δώσω» σημείωσε ο Ανγκαράτο κοιτώντας τον ορίζοντα προβληματισμένος.

«Γιατί τι συμβαίνει ξάδερφε;» ρώτησε η Σίλβα και κοίταξε προς το μέρος που κοιτούσε ο Ανγκαράτο.

«Κάτι επικίνδυνα ανησυχητικό συμβαίνει, οι ορδές των τελωνίων διασχίζουν την ύπαιθρο στην δύση και τον νότο. Από το πέρασμα τους σφάζουν και καταστρέφουν τα πάντα» είπε ο Ανγκαράτο κοιτώντας κάπου στο άπειρο δάσος των σκέψεων του.

«Όντως είναι ανησυχητικό αυτό και δημιουργεί πολλά προβλήματα. Ελυανε τι κάνεις; σε περιποιείται καλά βλέπω!» άλλαξε η Σίλβα το θέμα σε ένα κάποιο ποιο ευχάριστο .

«Καλά είμαι όπως βλέπεις, καλό περνάω. Έχεις πολύ καλό ξαδερφούλη» απάντησε η Ελυανε κρατώντας το χέρι του Ανγκαράτο ο οποίος παρέμενε σκεφτικός.

«Το ξέρω, όπως ξέρω πως σε αγαπάει» είπε η Σίλβα προσπαθώντας να κρύψει το γέλιο της.

«Το ξέρω γι' αυτό τον αγαπώ τόσο» αποκρίθηκε η Ελυανε χαϊδεύοντας τα μαλλιά του Ανγκαράτο.

«Ελατέ να πάρουμε το πρωινό μας» προέτρεψε ο Ανγκαράτο και κατέβηκαν της ξύλινες στριφογυριστές σκάλες. Προχώρησαν σε έναν διάδρομο φωτισμένο με φωτιστικά φτιαγμένα από αθραφτο Ηλείο , τα οποία είχαν σχήμα τριαντάφυλλου λευκού χρώματος. Οι τοίχοι ήταν γαλάζιοι.

Λίγο αργότερα ο μικρός διάδρομος τελείωσε σε μια μεγάλη και ευρύχωρη καφέ πόρτα με σφαλισμένα τριαντάφυλλα πάνω της. Ο Ανγκαράτο την άνοιξε και μπήκαν μέσα. Βρήκαν μπροστά τους μια μεγάλη αίθουσα. Στην μέση της αίθουσας ήταν ένα μεγάλο και παλαιό κλαδί με πολλά μικρότερα κλαδιά με φύλλα να το περιτριγυρίζουν , ένα μεγάλο τραπέζι σχήματος φύλου λεμονιάς κτισμένο γύρο του, το φως του ήλιου έμπαινε από τα γύρω παράθυρα. Ο Ανγκαράτο, η Ελυανε και η Σίλβα περπατάνε και πάνε και κάθονται κοντά στην μύτη του τραπεζιού. Ο Ανγκαράτο κάθισε ανάμεσα στην Ελυανε και στην Σίλβα. Η Σίλβα ήταν στα αριστερά του και η Ελυανε στα δεξιά του. Η συζήτηση άρχισε καθώς και οι τρεις τους τρώγανε το πρωινό τους, σε λίγο ακούστηκε η πόρτα και εισέρχεται μια όμορφη και μαυρομάλλα γυναικεία φιγούρα. Ήταν η βασίλισσα και μητέρα του Ανγκαράτο ένα όμορφο Γκουάρε με γαλανά μάτια και μακριά μαλλιά το όνομα της ήταν Αριέν.

Η Αριέν κάθισε δίπλα στην Σίλβα αφού τους χαιρέτησε. Οι τρεις τους φάγανε το πρωινό τους. Λίγο μετά σηκώθηκαν από το τραπέζι και κατευθύνθηκαν προς την μεγάλη και βαριά πόρτα που οδηγούσε προς τον εξωτερικό διάδρομο.

Οι τοίχοι του διαδρόμου ήταν βαμμένοι με απαλό γαλάζιο χρώμα. Στο ταβάνι κρέμονταν ανά δυο μέτρα τρία πολύφωτα ,οι οποίοι αποτελούνται από μικρότερα φωτιστικά με σχήμα λευκού τριαντάφυλλου. Οι τέσσερις τους βγήκαν από την τραπεζαρία και αφού η Αριέν τους χαιρέτησε πήγε στο δωμάτιο με τον θρόνο, ο Ανγκαράτο, η Ελυανε και η Σίλβα προχώρησαν προς το τέλος του διαδρόμου, οπού ένας από τους δύο φρουρούς άνοιξε την πόρτα. Πέρασαν την πόρτα. Οι τρεις τους προχώρησαν κι άλλο και βρέθηκαν μέσα σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Το δωμάτιο από πίσω τους είχε δυο ξύλινες σκάλες που σχημάτιζαν ένα μισοφέγγαρο οι οποίες ήταν απλωμένη μια μοκέτα με όμορφα χρώματα και σχέδια από πλάσματα και φυτά του δάσους. Κάτω από σημείο που ενώνονταν οι δυο σκάλες υπήρχε μια ξύλινη σκάλα η οποία οδηγούσε στους κάτω ορόφους και στις αποθήκες. Στην μέση της οροφής υπήρχε ένας μεγάλος πολυέλαιος. Απέναντι από τις σκάλες υπήρχε η μεγάλη και φαρδιά εξώπορτα, στην δυτική πλευρά του δωματίου υπήρχε μια πόρτα που οδηγούσε προς την αίθουσα συνεδριάσεων και στην ανατολική μεριά του η υπάρχουσα πόρτα οδηγούσε προς το σαλόνι. Οι τρεις τους κατέβηκαν την δεξιά σκάλα στα γρήγορα και πορεύτηκαν προς την μεγάλη εξώπορτα. Εκεί οι 2 φρουροί του άνοιξαν και πέρασαν έξω. Η ολιγομελής παρέα βρέθηκε να πατάει πάνω σε μια μεγάλη και ευρύχωρη ξύλινη βεράντα. Η βεράντα όπως και το παλάτι ήταν χτισμένα πάνω σε ένα τεράστιο πεύκο, από την ξύλινη βεράντα μπορούσες να δεις με ευκολία τα μικροσκοπικά γαλάζια τριαντάφυλλα τα οποία αγκάλιαζαν τις ρίζες των τεράστιων πεύκων . Γύρω από τον μεγάλο και χοντρό κορμό του βασιλικού πεύκου (Το πεύκο στο οποίο πάνω ήταν χτισμένο το παλάτι) ήταν τυλιγμένη μια ξύλινη και ευρύχωρη σκάλα με αμέτρητα σκαλοπάτια. Η σκάλα ήταν σκεπασμένη με ένα σκέπαστρο φτιαγμένο από ξύλο και έχοντας ημικυκλικές καμάρες ανά δυο μέτρα , στην ένωση κάθε δυο συνεχόμενες κάμαρες υπήρχε ένας στύλος περίτεχνα σκαλισμένος και περιτριγυρισμένος από γαλάζια τριανταφυλλιά ο καθένας.

Η παρέα διάβηκε την σκάλα και μετά από λίγα λεπτά βρέθηκε να περπατάει ανάμεσα από τις ρίζες των τεράστιων πεύκων και να πατάει στο φρέσκο και μυρωδάτο χορτάρι. Η Ελυανε και ο Ανγκαράτο κρατήθηκαν και περπάτησαν αγκαλιασμένοι ενώ οι δυο τους συζητούσαν με την Σίλβα. Η γύρο περιοχή γέμισε με τα γέλια τους και τους χαιρετισμούς που αντάλλαξαν με τους κατοίκους του Γερακίσιου Λαγκαδιού, καθώς οι τρεις τους περπατούσαν κάτω από την σκιά των γιγαντιαίων πεύκων. Ένας γλυκός και δροσερός αγέρας σηκώθηκε και χάιδεψε τα μεταξένια μαλλιά των Γκουάρε , μαζί με την δροσιά το άρωμα γαλάζιων τριαντάφυλλων ταξίδεψε στον ουρανό και μάγεψε τους πάντες τριγύρω.
Οι Τρεις τους περπάτησαν μέχρι που έφτασαν σε ένα μεγάλο ξέφωτο, με μια μεγάλη και γαλάζια λίμνη περιτριγυρισμένη από απεριόριστες ροζ μαργαρίτες. Ο Ανγκαράτο προχώρησε πιο μπροστά, τραβώντας απαλά το χέρι της Ελυανε. Προχώρησαν λίγα μέτρα με την Σίλβα να τους ακολουθεί λίγα βήματα πιο πίσω. Ξαφνικά στην παρέα προστέθηκε ένα ακόμα μέλος. Είναι ένα Ξωτικό του Δάσους με κόκκινα μαλλιά και γαλάζια ματιά το όνομα του ήταν Λιμούς.

«Τι κάνεις φίλε μου , Ανγκαράτο ; έχω καιρό να σε δω» ρώτησε ο Λιμούς χαμογελώντας.

«Καλά και εγώ, Δεν έτυχε να έρθω στο βασίλειο του πατέρα σου» απάντησε ο Ανγκαράτο καθώς ακούμπησε το δεξί του χέρι στον ώμο του Νίμους.

«Δεν πειράζει, Τι κάνεις Σίλβα γλυκιά μου ομορφαίνεις κάθε μέρα» είπε ο Νίμους κλείνοντας το ένα του μάτι στον Ανγκαράτο, και η Ελυανε μαζί με τον Ανγκαράτο προσπάθησαν να μην χαμογελάσουν πονηρά.

«Καλά ελπίζω και εσύ , ευχαριστώ μια χαρά φαίνεσαι»απάντησε η Σίλβα η οποία δεν πρόσεξε την αντίδραση του Ανγκαράτο και της Ελυανε και έριξε ένα χαμόγελο στον Νίμους.

«Καλά είμαι ελπίζω να περνάτε καλά , Ελυανε καλά είσαι; Βλέπω πως ανθίζεις κάθε μέρα» απάντησε ο Νίμους κοιτώντας την, χωρίς να κάνει κάποιον μορφασμό.

«Ευχαριστώ , περνάω καλά είμαι με τον αγαπημένο μου» αποκρίθηκε η Ελυανε και κοίταξε για λίγο γύρο την γύρω περιοχή.

«Το ξέρω» είπε ο Νίμους.

«Άντε να δούμε εσένα και την Σίλβα μαζί» είπε η Ελυανε χωρίς να την ακούσει η Σίλβα , κι αυτή μαζί με τον Ανγκαράτο να χαμογέλασαν.

«Μακάρι αν το θέλει και αυτή» σημείωσε αναστενάζοντας ο Νίμους γεμάτος λαχτάρα καθώς κοίταξε την Σίλβα, η οποία ήταν στον κόσμο της.

«Το ξέρω και θα ήταν υπέροχο αν συμβεί κάτι τέτοιο» αποκρίθηκε η Ελυανε χαμογελώντας.

Η συζήτηση τελείωσε και η ενώ η Σίλβα ήταν λίγα βήματα μακριά και κοίταξε τα γύρω λουλούδια σκεπτική. Το τραγούδι των γύρω πουλιών συνόδεψε την τετραμελή παρέα στον περίπατο της. Σε λίγα λεπτά η παρέα συγκεντρώθηκε μπροστά στην σκεπασμένη από γρασίδι όχθη της λίμνης. Μετά η παρέα κάθισε στο καταπράσινο γρασίδι τα πουλιά τραγουδούσαν και τα λουλούδια γέμιζαν την ατμόσφαιρα με το άρωμα τους. Η Ελυανε ξάπλωσε στην αγκαλιά του Ανγκαράτο φιλώντας τον στο στόμα. Η Σίλβα τους κοίταξε και χαμογέλασε.

«Αν δεν ενοχλώ, μάθατε τίποτα για την αναμενόμενη συνάντηση ;» αναρωτήθηκε ο Νίμους καθώς κοιτούσε τους υπόλοιπους.

« Είναι η συνάντηση των αντιπροσώπων της συμμαχίας, για να αποφασίσουν αν θα πάμε σε πόλεμο και πότε» του απάντησε ο Ανγκαράτο με ένα σκεπτικό βλέμμα.

«Αληθεύει δηλαδή, αυτό που άκουσα» αποκρίθηκε ο Νίμους , καθώς επιβεβαιώθηκαν οι φόβοι του.

« Τι άκουσες;» ρώτησε ο Ανγκαράτο κοιτάζοντας τον.

«Ότι orcs και τελώνια λεηλατούν όλες τις νότιες περιοχές» είπε ο Νίμους ενώ περίμενε την επιβεβαίωση με λόγια ή με ένα βλέμμα.

« Όχι μόνο στις νότιες άλλα και τις ανατολικές περιοχές της Αεριόνια. Έχω ακούσει από έμπιστες πηγές. Επίσης , ότι τα Σκοτεινά Ξωτικά, orcs και τα τελώνια συμμάχησαν»
δήλωσε o Ανγκαράτο κι έριξε ένα σκεπτικό βλέμμα αριστερά του Νίμους.

«Αυτό είναι άσχημα νέα. Σύμφωνα με τα νέα σου έχουμε μεγάλο πρόβλημα» ανταποκρίθηκε ο Νίμους ανήσυχος.
«Το ξέρω θα βρεθεί τρόπος να το αντιμετωπίσουμε , αρκεί να καταφέρουμε να συμμετέχουν όλα τα βασίλεια της συμμαχίας» συμφώνησε ο Ανγκαράτο μην πιστεύοντας ότι θα γίνει αυτό που μόλις είπε.

« Ναι το γνωρίζω. Δεν θα συμφωνήσουν εύκολα ιδιαίτερα τώρα, που ζητήσατε εσύ και η μητέρα σου από τους νάνους της Χρυσής Πόλης οι οποίοι δεν έχουν και καλές σχέσεις με τα ξωτικά , ειδικά τα Υψηλά Ξωτικά και τα Βρύκο - Ξωτικά» σχολίασε ο Νίμους κοιτάζοντας ευθεία μπροστά του γεμάτος αμφιβολίες.

« Το ξέρω άλλα θα δούμε τι θα κάνουμε για αυτό. Τουλάχιστον τα δύο από τα τρία βασίλεια των ανθρώπων είναι μαζί μας. Το τρίτο βασίλειο έχει συμμαχήσει με τα orcs, τελώνια και τα σκοτεινά Ξωτικά. Επίσης έχουμε εξασφαλίσει την συμμετοχή του βασιλείου σου» τον καθησύχασε ο Ανγκαράτο έχοντας ανάμικτα συναίσθημα αμφιβολίας και ελπίδας.

«Σωστά είναι τα λεγόμενα σου. Εκτός από την συμμετοχή του βασιλείου μου και μερικών από των ανθρώπων θα έχεις την συμμετοχή της Χρυσής Πόλης» δήλωσε ο Νίμους καθώς ένωσε τις παλάμες του πίσω από το κεφάλι του και στυλώθηκε σε ένα δένδρο.

«Ας τα αφήσουμε αυτά όμως και ας ηρεμήσουμε» αποκρίθηκε ο Ανγκαράτο και σώπασε καθώς περίμενε την αλλαγή θέματος.

«Είστε πολύ ήσυχες τώρα τελευταία, σκέφτεστε κάτι;» ρώτησε ο Νίμους ενώ κοιτούσε γύρω του.

«Τίποτα το σοβαρό εκτός από τον Ανγκαράτο μου» απάντησε η Ελυανε κοιτάζοντας στα μάτια τον Ανγκαράτο.

«Είσαι αξιολάτρευτη! Εσύ τι σκέφτεσαι Σίλβα ;» θέλησε να μάθει ο Νίμους κοιτάζοντας την με βλέμμα που προσπαθούσε να μην φανερώσει τα αισθήματα του για αυτήν.

«Τίποτα το σημαντικό απλώς σκέφτομαι» απάντησε η Σίλβα ενώ του ανταπέδωσε το βλέμμα.

« Αν θέλεις μην μας λες» σχολίασε ο Νίμους καθώς οι τέσσερις τους ήταν ξαπλωμένοι στον κορμό ενός πεύκου. Η Ελυανε ξάπλωσε στην αγκαλιά του Ανγκαράτο και τον φίλησε. Σκοτεινά σύννεφα κάλυψαν τον ήλιο. Ένα ελαφρό αεράκι σηκώθηκε και έφερε μαζί του μικρές και λιγοστές αρχικά , αλλά περισσότερες σταγόνες αργότερα.

«Χρειαζόμαστε μια σπηλιά και γρήγορα μήπως ξέρει κανείς ;» ρώτησε ο Νίμους και σηκώθηκε όρθιος.

«Έχει εδώ κοντά γύρω στα 5 λεπτά με τα πόδια» ανταποκρίθηκε ο Ανγκαράτο και τον μιμήθηκε.

«Τότε ας πάμε» ζήτησε η Ελυανε και όλοι τους αφού κάλυψαν το κεφάλι τους με τις κουκούλες τους , σηκώθηκαν και επιτάχυναν το βήμα τους, οι τρεις τους, πήγαν βόρειο δυτικά. Η Ελυανε, η Σίλβα και ο Νίμους ακολούθησαν τον Ανγκαράτο στην σπηλιά.
Μετά από 5 λεπτά έφτασαν στην σπηλιά. Στην οροφή της και στο τοίχωμα της ήταν μια αναρριχώμενη τριανταφυλλιά με κόκκινα τριαντάφυλλα.
Η Τετραμελής παρέα μπήκε στην σπηλιά ενώ ο Ανγκαράτο κοίταξε για πιθανούς κινδύνους πηγαίνοντας βαθύτερα μέσα στην σπηλιά. Την ίδια ώρα η Ελυανε κάθισε γερμένη κοντά στην είσοδο της σπηλιάς και κοίταζε έξω καθώς κράτησε τους βρεγμένους ωμούς της. Ο Ανγκαράτο επέστρεψε με γοργό και αθόρυβο βήμα και έβγαλε από την τσάντα του μια μάλλινη κουβέρτα και με αυτήν τύλιξε την Ελυανε. Ο Νίμους άναψε μια φωτιά και όλοι μαζεύτηκαν τριγύρω της.
Η Ελυανε έγειρε στην αγκαλιά του Ανγκαράτο και κοιμήθηκε καθώς ο ήλιος έδυσε. Όλη η παρέα κοιμήθηκε σιγά σιγά καθώς οι σταγόνες της βροχής τους ζάλιζαν με τον ήχο τους.
Η τετραμελής παρέα ξύπνησε. Σύντομα η Ελυανε ανακάλυψε ότι ο Ανγκαράτο έλειπε από κοντά της. Κοίταξε τους άλλους στα μάτια.

«Μήπως κάποιος από εσάς γνωρίζει που είναι ο Ανγκαράτο ;» ρώτησε η Ελυανε ανήσυχη κοιτώντας τριγύρω.

«Πήγε να φέρει κάτι για πρωινό για σένα» απάντησε ο Νίμους καθησυχάζοντας την Ελυανε.

«Για μένα; μονό;» θέλησε να μάθει η Ελυανε έκπληκτη.

«Ναι γιατί εκπλήσσεσαι; ο Καλός σου θέλει να σε περιποιηθεί» σχολίασε ο Νίμους χαμογελώντας.

«Αχ! Ο καλός μου, θέλει να με περιποιηθεί !» σχολίασε η Ελυανε χαμογελώντας.

«Γιατί όχι! Σ' αγαπάει και είχες ανεβάσει λίγο πυρετό και παραμιλούσες» τόνισε ο Νίμους κοιτώντας για λίγο έξω.

«Τι έλεγα μήπως θυμάσαι;» ρώτησε η Ελυανε γεμάτη ανησυχία.

«Τίποτα μάλλον έβλεπες εφιάλτη ,ότι εσύ ήσουν σε κίνδυνο. ,γιατί φώναζες το όνομα του Ανγκαράτο» σχολίασε ο Νίμους χαμογελώντας.

«Α! Εντάξει» ανταποκρίθηκε η Ελυανε. Κρύβοντας ένα μικρό γέλιο.

Την ιδία ώρα ο Ανγκαράτο μπήκε στην σπηλιά κουβαλώντας φρέσκα φρούτα και τριαντάφυλλα. Η Ελυανε τον κοιτάει , υστέρα χαμογέλασε και έτρεξε στην αγκαλιά του. Τον φίλησε στο στόμα ενώ τα τριαντάφυλλα ακούμπησαν στο πανέμορφο στήθος της.

«Αυτά είναι για σένα όπως και αυτά τα λιγοστά τριαντάφυλλα» είπε ο Ανγκαράτο δίνοντας ότι κρατούσε στην Ελυανε.
«Ευχαριστώ γλυκέ μου» τον ευχαρίστησε η Ελυανε και πήρε τα τριαντάφυλλα και τα μύρισε.
Μετά τα έβαλε σε μία μικρή λακκούβα γεμάτη με νερό. Η βροχή σταμάτησε ο ήλιος αποκαλύφθηκε από τα σύννεφα. Η παρέα σηκώθηκε και έφυγε από την σπηλιά . Μέσα σε λίγα λεπτά η παρέα έφτασε πίσω στην πόλη του Γερακίσιου Λαγκαδιού.

Ο ήλιος έλαμπε στον μεσημεριανό ουρανό καθώς η παρέα περπατούσε στο λιθόστρωτο μονοπάτι.
Η Ελυανε και ο Ανγκαράτο κρατούνταν χέρι χέρι. Η Σίλβα , ο Νίμους και ο Γκόλεν περπατούσαν πίσω τους. Λίγο μετά στο μονοπάτι είδαν μπροστά τους ένα ξωτικό του δάσους ντυμένο με μια ακριβή σκούρο πράσινη κάπα υπηρέτη.
«Ελάτε σας περιμένουν στην αίθουσα συνελεύσεων» τους λέει και τον ακολούθησαν. Σύντομα πέρασαν από μια μεγάλη και βαριά θύρα , η οποία έκλεισε πίσω τους κάνοντας έναν μεγάλο θόρυβο. Στην αίθουσα βρίσκονταν καθισμένοι γύρω από ένα κυκλικό τραπέζι γύρω στα 10 άτομα διαφορετικών φυλών. Η μικρή παρέα μπήκε μέσα και όλοι οι αντιπρόσωποι των Ξωτικών φυλών σηκώνονται και υποκλίθηκε όπως άρμοζε στον μελλοντικό διάδοχο του θρόνου του Δάσους των Ψυχών. Ο Ανγκαράτο τους έκανε ένα νεύμα χαμογελαστός και όλοι κάθισαν ακόμα και οι αντιπρόσωποι των ανθρώπων και των νάνων που σηκώθηκαν απλώς όρθιοι.
Η ολιγομελής παρέα αφού μπήκε στην αίθουσα κάθισε στο βόρειο τμήμα του τραπεζιού. Η αίθουσα γέμισε με τις φωνές των μέλλων του συμβουλίου.
Λίγο μετά οι φωνές σταμάτησαν να ακούγονται την στιγμή που μπήκε ο Τειρεσίας ο Γκρίζος.
Ο Τειρεσίας κάθισε απέναντι από τον Ανγκαράτο. Η συζήτηση άρχισε.

Την περισσότερη χρονική διάρκεια της συνέλευσης όλοι συζητούσαν ήρεμοι ώσπου η Ελυανε ,διέκοψε την ομιλία της εξαιτίας του αντιπροσώπου που έστειλαν οι άνθρωποι. Το όνομα του ήταν Πέτρος, ο οποίος πετάχτηκε λέγοντας « Τα Θηλυκά Γκουάρε δεν πρέπει να ασχολούνται με υποθέσεις αντρών , ενώ θα πρέπει να είναι στην κουζίνα τους».
Καθώς ο Πέτρος μιλούσε ο Ανγκαράτο σηκώθηκε και τον διέκοψε και είπε με δυνατή φωνή « Θα σε παρακαλούσα να κρατήσεις τις απόψεις για τον εαυτό σου»
Όλοι σταμάτησαν να μιλάνε και επικράτησε ησυχία στην αίθουσα ώσπου, η Ελυανε τελείωσε την ομιλία της.

Η Ελυανε κάθισε στην καρέκλα της καθώς ο Ανγκαράτο σηκώθηκε για να πει την δική του
στρατηγική για το πώς θα πάνε στην Χώρα των Καταραμένων. Να λοιπόν το σχέδιο του Ανγκαράτο.

« Ο κοινός στρατός της συμμαχίας θα πάει βόριο ανατολικά προς την Νηκτό Χώρα, εκεί τα Ξωτικά της Νύχτας θα μας παράσχουν με προστασία από της ορδές των Καταραμένων. Μετά θα πορευτούμε προς τα νότια στο Birchwood την πατρίδα του Νίμους η οποία είναι και ο πιο πιστός σύμμαχος της δικιάς μου πατρίδας μετά θα χωριστούμε σε 2 ομάδες,
η μία θα πάει κατευθείαν στην Χώρα των Καταραμένων , ενώ η άλλη θα πάει στην Χρυσή χώρα για να ενωθεί με ένα τμήμα του στρατού της Χρυσής Χώρας με την οποία συμφωνήσαμε να μας δώσει κι άλλον στρατό αυτό το τμήμα θα μπει στην Χώρα των Καταραμένων από τα δυτικά με πλοία ενώ θα είναι υπό την προστασία των άσημο Πράσινο Δράκων οι οποίοι θα μεταφέρουν τοξότες από την πατρίδα μου για υποστήριξη»
Αυτό ήταν το σχέδιο το οποίο επικράτησε των άλλων, που να γνώριζαν τα άσχημα νέα για την Νηκτό Χώρα η οποία υποτάχθηκε στις πολυάριθμες ορδές του Αιματοβαμμένου Δάσους (όπως έμεινε γνωστό το Δάσος των Ασημένιων Δέντρων μετά την πτώση του στα Σκοτεινά Ξωτικά και την φυγή των Γκουάρε.). Και τα μεγάλα προβλήματα που θα συναντούσαν μετά την πτώση του για την οποία δεν πληροφορήθηκαν για τον απλό λόγω ότι δεν υπήρχαν εκεί κατάσκοποι ή δεν πληροφορήθηκαν τίποτα από τους αγγελιοφόρους τους οποίους είχαν σφάξει τα Σκοτεινά Ξωτικά, μόλις έπεσε η Νηκτό Χώρα.